Ιστορίες του κρασιού.
Της Φανής Αργυροπούλου
Οι ιστορίες του Κρασιού μας διεγείρουν πάντα με γοητεία απόκοσμη, σαν αφηγήσεις γερόλυκων ναυτικών για κόσμους που αντίκρισαν και γεύτηκαν. Γιατί το κρασί, είναι πάνω απ όλα μια αισθαντική εμπειρία. H θέση του στο τραπέζι είναι τοποθέτηση βαθιά αρχετυπική και αγγίζει τον καθένα. Είναι εμπειρία γευστική αλλά και αφορμή για στοχασμό και κοινωνικοποίηση. Έχει ανέμελο και αλαφροΐσκιωτο χαρακτήρα, αλλά και μελαγχολικές - νοσταλγικές νότες. Θα το έχετε παρατηρήσει. Ξυπνά αλλοτινές εποχές, με τρόπο μυστήριο αλλά γνώριμο σε όλους μας.
Έτσι, σκηνή πρώτη: Από το σαλόνι ακούγεται ένα μελαγχολικό τσέλο κι ο Μπαχ. Ο νους τώρα τρέχει και ταξιδεύει... Σκέφτομαι την βαριά ομίχλη που στέκεται πάνω από τους μεγάλους αμπελώνες... Κάθε αμπέλι, σαν πολλοί Σκεπτόμενοι του Ροντέν μαζί, γέρνει στεγνό και ζαρωμένο στο χώμα. Και σκέφτομαι πως με τούτο τον άγνωστο αμπελώνα μοιάζουν οι Άνθρωποι. Ο καθένας με άρμα τη γύμνια του, έρμαιο της φύσης και της μοίρας του. Κι ο χειμώνας να μοιάζει ατελείωτος.Ένα φευγαλέο άρωμα ξύλου και βανίλιας στο ποτήρι, μπορεί να επαναφέρει εικόνες από την παιδική ηλικία και το κέικ σοκολάτας τις Κυριακές καθώς μοσχοβολούσε ο τόπος. Μια νότα γιασεμιού, να προκαλέσει τη νοσταλγία των ζεστών καλοκαιρινών βραδιών, όπου όλα μπορούσαν να συμβούν. Το άρωμα μιας ντοματιάς, να μας πάει πίσω στο χωριό, στην αυλή του παππού και στους δρόμους που κάναμε ποδήλατο. Μα και πόσο σπουδαίες υπαρξιακές συζητήσεις έχουν γίνει γύρω από δυο τρία ποτήρια και ένα μπουκάλι! Πώς αποστομώνει και εμπνέει, χτίζει μνήμες και δεν ξεχνά τις παλαιότερες. Και για όλα αυτά, είναι περίφημο...
Κάπου πιο πέρα, φαντάζεσαι υγρά και κρύα κελάρια μέσα στη γή. Η μούχλα έχει ντύσει τους τοίχους και μια κιτρινισμένη ετικέτα κρέμεται από ένα ξαπλωμένο μπουκάλι. Κοιτάω και βλέπω Bordeaux 39'. Χρονιά "Γκράντε" για την περιοχή. Σκέφτεσαι το Τότε άθελά σου. Δεύτερος παγκόσμιος, μπορεί αυτό το κελάρι να ήταν καταφύγιο. Ίσως πάλι οι πλούσιοι ιδιοκτήτες του, να φύλαγαν τα πλούτη τους, χτισμένα να εδώ για παράδειγμα, που κάνει εσοχή, για να μην τα βρουν οι Γερμανοί. Ή πάλι, κάποια ξεπεσμένη αριστοκράτισσα, να γλύκανε κάποιον ξανθό με στρατιωτικά για να κάνει τα χουνέρια της. Και σκέφτεσαι κάτι τρελό, πως τούτα τα νόστιμα ίχνη Ιστορίας να μην έπρεπε να τα ευχαριστιέσαι και πως είναι βλασφημία να πίνεις το τότε και να εκστασιάζεσαι...Όμως εκεί, μία άλλη εικόνα καθησυχάζει την σχεδόν ενοχή μου. Οι αγρότες με τις φουσκωμένες παλάμες και τα βρόμικα νύχια. Η μορφή τους εξεγείρεται , θέλει να είναι παρούσα. Άνθρωποι χωμάτινοι και ένας κόσμος που ξεχνάμε να παρατηρούμε αρκετά και να αφουγκραζόμαστε, σαν κουρασμένοι εραστές.
Σκηνή δεύτερη: Από μακριά βλέπεις τον αμπελουργό να περιφέρεται στα αμπέλια του. Έρχεται η άνθιση με την άνοιξη. Και λες και μάζευε και μάζευε και έσκασε σαν βίαιο πράγμα το μπουμπούκι κι ο ανθός. Πιάνει ένα φύλλο και το ζυγίζει στην παλάμη του, μα δεν το σπάει. Το γυρίζει ανάποδα και το ψαχουλεύει μαλακά, σαν τον κτηνίατρο που τεντώνει το αυτί του ζώου και το εξετάζει. Το αμπέλι έχει τότε φόρα και ορμή. Απλώνει τα κλαδιά του μέχρι που φτάνει το σύρμα. Φύλλα ολόγυρα και ευφορία. Γεμίζει ο τόπος με αγριόχορτα , παπαρούνες και κλέφτες . Μα τότε το αμπέλι πρέπει να το κλαδέψεις . Αναρριχώμενο είναι, σαν την ψυχή του ανθρώπου. Και αν θέλει να πηγαίνει πιο ψηλά, όλο δεν το αφήνεις . Τούτη η αιχμαλωσία, χτίζει τον χαρακτήρα του κρασιού. Συμπυκνώνει την ουσία και πλουτίζει. Σαρώνει ότι άχρωμο, άνοστο και άοσμο κουβαλάει η παύση.
Σκηνή τρίτη: Τα πρώτα καλοκαιρινά βράδια, είναι δροσερά και αναγγέλλουν το κρεσέντο. Φουσκώνουν οι κερασιές και στον καυτερό ήλιο το "τς, τς ,τςς" των τζιτζικιών, είναι λες και τσιγαρίζεται η γη ολόκληρη. Τα καμένα στάχυα τριγύρω, δίνουν αρώματα ψημένου ξύλου και μελιού. Τα τσαμπιά, μέρα με τη μέρα μεγαλώνουν. Σε λίγο, έρχεται ο κόσμος και η ωραία βαβούρα. Η ώρα του τρύγου, με όλη την ένταση και την κούραση. Με τα ξενύχτια, ώσπου να μπουν τα σταφύλια στην τελική ευθεία. Τα χέρια, τα ρούχα κολλάνε από τις ζάχαρες των σταφυλιών και τις φλούδες. Για ένα μήνα τα χέρια σου είναι κόκκινα από την οινοποίηση. Πίνεις ελάχιστα μα θέλεις να πιεις, γιατί τόσο σε ενθουσιάζουν οι παρέες που στήνει ο τρύγος.
Σκηνή τέταρτη: Ο κύβος ερρίφθη...Ένα ωραίο σταφύλι υπόσχεται ένα καλό κρασί. Όμως αν δεν φτάσεις μέχρι τέλους και σφραγίσεις το μπουκάλι τότε δεν μπορείς να ξέρεις. Προτού να το καταλάβεις έχει έρθει το φθινόπωρο. Παντού κόκκινα, κίτρινα φύλλα. Δροσιά και ψιλοβρόχι. Το κρασί, στην τελευταία ζέστη μπήκε σε βαρέλια. Παίρνεις λίγο με τη μεζούρα, το βάζεις σε σοβαρό μεγάλο ποτήρι και το κοιτάς. Το γλυκό σταφύλι τώρα είναι κάτι άλλο. Κάτι το συγκινητικά Άλλο.
Η ζωή νοηματοδοτείται από τις εμπειρίες που επιλέγουμε να ζήσουμε. Κάποιος κάποτε είπε... "Αν δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να εφεύρουμε... το Κρασί". Το κρασί, αποτέλεσε κομμάτι μύθων και πολιτισμών. Συνόδεψε πνευματικές αναζητήσεις και συμβόλισε την χαρά του θνητού.
Τέλος, όρισε πως πρέπει κανείς να μοιράζεται, να μαθαίνει, να ακούει, να σκέφτεται, να βλέπει, να αναπνέει και να συνειδητοποιεί... Πως πρέπει κανείς να γεύεται με ορμή και λαχτάρα σαν να μετρά ανάσες.
Για να τιμά , να ανυψώνεται, να χάνεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου