Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012


ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ - ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ



Νεκτάριος Μαστορόπουλος                  Προς: τους κτηνοτρόφους της περιοχής μας

Δημοτικός σύμβουλος                                                                        

Δήμου Μονεμβασίας



ΘΕΜΑ: Διάσωση Ελληνικών φυλών ζώων













Οι φυλές των οικόσιτων ζώων που ζούνε σε κάθε περιοχή της γης, είναι τα «ζωντανά μνημεία» της, ένας θησαυρός, ιστορικός, πολιτισμικός, βιολογικός.
Λόγω της μακρόχρονης προσαρμογής στην περιοχή τους, τα ζώα αυτά αναπτύσσουν ιδιότητες όπως: υγεία, ανθεκτικότητα, ποιοτική παραγωγικότητα.
Μπορούν λοιπόν να αξιοποιηθούν στην παραγωγή μοναδικών τοπικών προϊόντων, στον οικοτουρισμό, αγροτοτουρισμό κλπ.
Έτσι  τα κράτη που θα καταφέρουν να διατηρήσουν τις αυτόχθονες φυλές των ζώων τους, θα βρεθούν σίγουρα κερδισμένα οικονομικά και πολιτισμικά. Ας τα γνωρίσουμε


Το Θεσσαλικό άλογο και ο θρύλος του

Γνωρίζουμε έξη φυλές ελληνικών αλόγων χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη περισσότερων, αφού για κανένα από τα ζώα μας δεν έχει γίνει ολοκληρωμένη έρευνα. Ανάμεσα σ’ αυτά, κυρίαρχη θέση κατέχει το Θεσσαλικό άλογο, ιδίως για τους μύθους και τους θρύλους που το περιβάλουν. Το Θεσσαλικό άλογο είναι μάλλον μικρόσωμο, όπως και όλα σχεδόν τα ελληνικά άλογα, (ύψος 1.25 – 1.35), ευέλικτο, ανθεκτικό, προσαρμοστικό, κατάλληλο για να επιβιώνει σε δύσκολες συνθήκες. Το χρώμα του ποικίλει και μπορεί να είναι φαιό, καστανό, μαύρο, ξανθό.
 Δυστυχώς, τα νεότερα χρόνια επικράτησε η αντίληψη πως ένα ζώο όσο μεγαλύτερο είναι, τόσο το καλύτερο. Αγνοήθηκαν οι εδαφοκλιματικές συνθήκες, και η προσαρμογή τους σε αυτές, αγνοήθηκε η εμπειρία, αγνοήθηκε η ιστορία. Η εκτός ελέγχου εισαγωγή ξένων ζώων, φυσικά και αλόγων, είχε σαν αποτέλεσμα να γίνουν διασταυρώσεις και να αλλοιωθεί το γενετικό υλικό  των πανάρχαιων αυτοχθόνων ζώων, να δημιουργηθούν όντα φιλάσθενα και ανίκανα να ανταποκριθούν στις συνθήκες του τόπου. Τα παραδείγματα πολλά. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο το ελληνικό ιππικό το αποτελούσαν κυρίως άλογα εισαγόμενα από εύφορες και εδαφικά ομαλές χώρες όπως π.χ. η Ολλανδία. Όταν όμως άρχισε ο πόλεμος στα δύσβατα βουνά, σύμφωνα με μαρτυρίες πολεμιστών, τα μόνα που κατάφεραν να επιζήσουν, ήταν τα μικρά ντόπια άλογα που είχαν επιστρατευτεί από τα χωριά. Άλλο παράδειγμα η εποχή του μεσοπολέμου (34- 35), οπότε το Υπουργείο Γεωργίας, προκειμένου να βελτιωθεί, όπως νόμιζε το ελληνικό άλογο, ώστε να γίνει μεγαλύτερο και πιο αποδοτικό, προχώρησε σε εισαγωγές ξένων αλόγων και σε διασταυρώσεις με τα ντόπια. Αποτέλεσμα να προσβληθούν από θανατηφόρες αρρώστιες, όπως π.χ. η «δολίνη», και μεγάλοι πληθυσμοί αλόγων να αποδεκατιστούν

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Θεσσαλικό άλογο, όπως και όλα τα υπόλοιπα, μέσα στα χρόνια που πέρασαν έχουν υποστεί επιμειξίες. Όμως γενετικό υλικό υπάρχει, οι γνώσεις είναι αρκετές, και αν υπάρχει και βούληση, μπορούν να επιστρέψουν στα αρχικά τους πρότυπα και να σωθούν από την εξαφάνιση. Εκτός από τη χρήση των ζώων αυτών για μεταφορές σε δύσβατες και προστατευόμενες περιοχές, ώστε να αποφεύγονται καταστροφές που μπορούν να δημιουργούν οι αυτοκίνητόδρομοι, τεράστια μπορεί να είναι η συμβολή τους στον αγροτοτουρισμό με τη δημιουργία μονάδων ιππασίας αλλά και με την προβολή της μοναδικής ιστορίας τους. Φτάνει κάποτε να σταματήσουμε να πετάμε στα σκουπίδια τους θησαυρούς.

Τα ελληνικά πουλερικά
Κότες, χήνες, πάπιες, γαλοπούλες…


 Όσο περιφρονημένα κι αν είναι, κάπου βρίσκονται ακόμα τα τελευταία δείγματα παραδοσιακών πουλερικών, τα οποία, κι ας μην το ξέρουμε, αποτελούν κεφάλαιο για τον τόπο μας. Γιατί; Μα γιατί έχοντας ζήσει άπειρα χρόνια σ’ αυτή τη γη, έχουν προσαρμοστεί στις συνθήκες της, στη διατροφή και στο κλίμα, και όπως όλα τα αυτόχθονα, είναι ανθεκτικά στις αρρώστιες, ενώ παράγουν νόστιμα και καλής ποιότητας, κυρίως υγιεινά, προϊόντα
 Οι πρόγονοί μας που ζούσαν στα χωριά και δεν είχαν το χρόνο ν’ ασχοληθούν μαζί τους, άφηναν τα πουλερικά τους ελεύθερα να βόσκουν στην πλαγιά και ήξεραν πως εκείνα μπορούν να τα βγάλουν πέρα και πως θα πάνε να γεννήσουν τ’ αυγά τους στην ίδια πάντα φωλιά  απ’ όπου πήγαιναν και τα μάζευαν. Όταν πάλι θα κλωσούσαν και θα έβγαζαν τα μικρά τους, θα τα μεγάλωναν μόνα τους, θα τα μάθαιναν να βρίσκουν τροφή  χωρίς καμιά ανθρώπινη φροντίδα – άντε το πολύ να τους έδιναν λίγο ψωμί μουσκεμένο – θα τα προστάτευαν από τ’ αρπακτικά, σκεπάζοντάς τα με τις φτερούγες τους! Αυτή την ανεξαρτησία και την αυτάρκεια την έχουν διατηρήσει ως σήμερα τα λίγα ντόπια πουλερικά που απομένουν.
Λίγα φυσικά, αφού από κάποια στιγμή άρχισε η εκτός ελέγχου εισαγωγή ξένων φυλών, η μαζική αναπαραγωγή τους (σε κλωσομηχανές), και η πώληση σε αγρότες που πια είχαν τελείως παραπλανηθεί από τη «μόδα» της αποθέωσης του μεγέθους, που έλεγε πως αφού τα νέα πουλερικά ήταν μεγαλύτερα θα είχες μεγαλύτερη αποδοτικότητα και μεγαλύτερο κέρδος! Φυσικά και δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Τα μεγάλα πουλερικά αποδείχτηκαν πολύ πιο ευπρόσβλητα από ασθένειες, ήθελαν πολλή φροντίδα και πολλή τροφή για μια αμφίβολης ποιότητας παραγωγικότητα.
 Μιλώντας για ντόπια πουλερικά, φυσικά και δεν σημαίνει πως μόνο μια φυλή από το κάθε είδος κυριαρχούσε σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το ακριβώς αντίθετο. Η Ελλάδα, λόγω των πολύ διαφορετικών εδαφικών και κλιματικών συνθηκών που επικρατούν από περιοχή σε περιοχή, είχε το προνόμιο να δημιουργηθούν πάρα πολλές φυλές πουλερικών, η κάθε μία καλή για τον τόπο της. Σήμερα ανάμεσα στα απομεινάρια που μπορέσαμε να βρούμε, σημειώνουμε μερικά κότες, όπως:

Κατσουλιέρα. Μικρούς πληθυσμούς της συναντάμε στην Αιτωλοακαρνανία, στην Αττική, στην Πελοπόννησο. Χαρακτηριστικό της μία «σκούφια» από μαλακά φτερά στο κεφάλι. Τα χρώματά της ποικίλουν. Είναι μέτρια σε μέγεθος, γεροδεμένη και σκληροτράχηλη. Έχει καλή παραγωγικότητα σε αυγά.

Φιλιανή κότα Λέσβου. Κατάγεται από τα Φίλια της Λέσβου ενώ στο νησί υπάρχουν και άλλες ποικιλίες από ντόπιες κότες. Είναι λεπτή, σε χρώμα μαύρο, λαιμό κόκκινο ή ασημί. Τα αυγά της είναι κοκκινωπά και έχει την ικανότητα να επωάζει όλο το χρόνο.

Νανόκοτα Θράκης. Είναι μικρόσωμη αλλά όχι νανάκι. Με αεροδυναμικό σχήμα, σηκωτή ουρά και λοφίο. Πολύ ανθεκτική σε όλες τις καιρικές συνθήκες.

Άλλες ποικιλίες κότας: η Πετρωτή, ο Γυφτοκόκορας (κατάγεται από τη Θεσσαλία), η Μπουφούνα, η κότα Καλαμάτας, η Παλαμά Καρδίτσας, η Χιλιανή, Νησιριώτικη (εξαφανισμένη), η Φωλιδωτή Χαλκιδικής (εξαφανισμένη). Πληροφορίες υπάρχουν και για άλλες τελείως ανεξερεύνητες φυλές κότας που πρέπει να υπάρχουν στην Αίγινα, στη Σύρο, στα Αντικύθηρα, στην Κρήτη, στη Μάνη, στην Ηλεία, στη Λοκρίδα, και ίσως αλλού.
Όμως εκτός από κότες, μάλλον υπάρχουν ντόπιες ποικιλίες από χήνες και πάπιες (έρευνα από κρατικούς φορείς δεν έχει γίνει ενώ η Μη Κυβερνητική «Αμάλθεια», προσπαθεί να μαζέψει πληροφορίες), αλλά και γαλοπούλες (αυτό μάλλον σίγουρο). Μάλιστα η ντόπια γαλοπούλα (είναι μικρότερη από αυτή που κυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια στο εμπόριο), έχει ένα απίθανο χαρακτηριστικό: Μπορεί να τη δούμε στον… ουρανό αφού ξέρει να πετάει και να μετακινείται από τη μια γειτονιά σε άλλη.
Εξημερωμένες όρνιθες υπάρχουν στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Δεν υπάρχει καμία επίσημα αναγνωρισμένη φυλή. Δεν εκτράφηκαν ποτέ συστηματικά ούτε αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης.
Πυρήνες από "ντόπιες κότες" ελευθέρας βοσκής εξακολουθούν να εκτρέφονται ιδιαίτερα σε απομονωμένες περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας. Τελευταία ο πληθυσμός τους μειώθηκε δραματικά διότι αντικαταστάθηκαν από εισαγόμενες φυλές. Οι "ντόπιες" όρνιθες  είναι γενικά μικρότερες σε μέγεθος (όχι όσο κάποιες ξένες διακοσμητικές φυλές). Διατηρούν την ικανότητα επώασης και ανατροφής των νεοσσών, καταναλώνουν μικρότερη ποσότητα τροφής, έχουν μεγαλύτερη αυγοπαραγωγή, ενώ εμφανίζουν και κάποια χαρακτηριστικά άγριας όρνιθας όπως : ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης, ανεπτυγμένη ικανότητα να πετούν και τάση να κουρνιάζουν στα υψηλότερα σημεία των δένδρων.

Κάποιες ποικιλίες εκτρέφονται με βάση χαρακτηριστικά όπως την παρατεταμένη κραυγή των αρσενικών (Θεσσαλία, Θράκη), ή την χρησιμοποίησή τους σε κοκορομαχίες όπως οι Χιλιανές των Πομάκων.
Ορνιθες με κατσαρό πτέρωμα αναφέρονται στην Πελοπόννησο, Λαμία και Λέσβο. Παλαιότερα ήταν μάλλον πιο διαδεδομένες.
Η επιβεβαίωση και ο προσδιορισμός της γεωγραφικής εξάπλωσης των πληθυσμών είναι στο αρχικό στάδιο έρευνας.  Ντόπιες κότες απροσδιορίστου ταυτότητας αναφέρονται στην Αλόννησο, το Σκαλοχώρι Λέσβου, Ήπειρο, Αντίπαρο, Πάρο, Κέρκυρα, Σκύρο, Μήλο και Νάξο.

Αίγες

Η Αίγα Σκοπέλου είναι η μόνη επίσημα αναγνωρισμένη φυλή.
Αν και στην Ελλάδα εκτρέφεται ο μεγαλύτερος πληθυσμός αιγών (4.5-5 εκατ.) από όλες τις χώρες της Ε.Ε., δεν έχει γίνει καταγραφή, διαχωρισμός και αναγνώρισης φυλών. Η συντριπτική πλειοψηφία των αιγών περικλείεται στον γενικό όρο "Ελληνική Αίγα".
Ο πλέον διαδεδομένος και κυρίαρχος τύπος θεωρείται αυτός της Βλάχικης Αίγας με μεγάλη παραλλακτικότητα και ευρεία κατανομή στην ηπειρωτική και νησιωτική χώρα.
Στην Ρόδο είχαν καταγραφεί δύο σταθεροποιημένες αυτόχθονες φυλές από τις Ιταλικες αρχές προ του 1940. Η μία ήταν οικόσιτη γαλακτοπαραγωγής και η άλλη ελεύθερης βοσκής. Σήμερα και οι δύο θεωρούνται εξαφανισμένες η δεν υπάρχουν πρόσφατα στοιχεία.
Μεταξύ των πιο γνωστών ανεπίσημων φυλών είναι η Ουλοκερατική, Καρύστου και Μπαρμπάτσικη (πιθανόν συνώνυμη η συγχεόμενη με αίγες των περιοχών Χασιάς και Λαμίας). Η αίγα Καρύστου, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, ίσως είναι κοντά στο στάδιο επίσημης αναγνώρισης.
Έρευνες εν μέρει χρηματοδοτούμενες από το SAVE Foundation, και σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα πρωτοβουλίας και συλλογής πληροφοριών από μέλη της ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ, αποκαλύπτουν ένα ευρύ φάσμα πληθυσμών, που αφού επιβεβαιωθούν και μελετηθούν, θα μπορούσαν να θεωρηθούν φυλές η ποικιλίες.  Οι περισσότεροι από αυτούς είναι συνήθως γνωστοί μόνο σε στενά τοπικό επίπεδο και τείνουν να περιοριστούν αριθμητικά.
Μέχρι στιγμής έχουν αναφερθεί οι τύποι/ποικιλίες/φυλές Φολεγάνδρου, Αμοργού, Ηλείας, Βαλτετσίου (Πελοπόννησος), Ψαρόγκεσα (Βόρειος Πελοπόννησος), Μαρτίνα (Β. Πελοπόννησος/Καλάβρυτα), Ικαρίας, Κεφαλληνίας, Κάσου, Κρήτης ( 3 τύποι), Κρήτης Σφακίων, Αριδαίας, Ζάρκα (Β. Θεσσαλία), Μαύρη Ελληνική φυλή/Γκόρμπα με διάφορους υποτύπους (Ηπειρος, Μακεδονία, Θεσσαλία), Ναυπάκτου, Περδικακίου Αιτ/νιας (μικρόσωμη), Όρους Παγκαίου, Σερρών, Καρατζά (Ροδόπη), Κυρά Παναγιάς (Σποράδες), Σάμου (διάφοροι τύποι), Σκύρου, Μυτιλήνης, Δεσφήνας, Λειβαδίας-χωριό Κυριάκι, Νύσηρος, Χαλκίδας/Ορους Δύρφης, Μικρόσωμη Ταϋγέτου, Πιερρίων Ορέων, Μικρόσωμη Ερυμάνθου Όρους (Πελοπόννησος), Ανώνυμη φυλή Βορείου Πελοποννήσου, Δερβενοχωρίων.
Ο όρος "Γκιόσα" ίσως περιγράφει απλώς έναν συγκεκριμένο χρωματισμό (μαύρο με περιορισμένες λευκές κηλίδες). Εν τούτοις έχουν καταγραφεί συμπαγή κοπάδια στην Πελοπόννησο με σταθεροποιημένη μορφολογία που φέρουν τον χρωματισμό αυτό.
Άλλοι χαρακτηρισμοί όπως "Ευθύκερος" δεν είναι γνωστό εάν αναφέρονται σε συγκεκριμένη ποικιλία η απλώς σε σχήμα κεράτων.
Υπάρχουν ενδείξεις και για άλλους τύπους οι οποίοι δεν έχουν καταγραφεί.
Στις νησίδες Γιούρα και Αντίμηλος υπάρχουν πληθυσμοί πρωτόγονων ημιαγρίων αιγών, με συγκεκριμένη ο κάθε ένας μορφολογία, οι οποίοι φαίνεται να έχουν συγγένεια με τον Κρητικό Αίγαγρο. Δεν είναι ξεκάθαρο εάν αντίστοιχοι πληθυσμοί, στις νησίδες Πολύαιγο, Δίας και Άγιοι Πάντες ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Η Σαμοθράκη και η Σαντορίνη είχαν ανάλογες ποικιλίες άγριων αιγών οι οποίες εξαφανίσθηκαν πρόσφατα, ιδιαίτερα της Σαμοθράκης, λόγω επιμιξίας με οικόσιτες.

Αίγα της Κάσσου


Το γεγονός ότι η αίγα της Κάσσου είναι από τα πιο μικρά αιγοειδή που γνωρίζουμε, οπωσδήποτε η πιο μικρή της Ελλάδας αλλά και από τις μικρότερες της Ευρώπης, δε δείχνει να της βγήκε σε καλό! Αντί το μικρό της μέγεθος να προκαλέσει μελέτες των ειδικών που θα έφταναν σίγουρα ως την πολύ μακρινή καταγωγή και εγκατάσταση στο νησί της, όπως συνήθως γίνεται απαξιώθηκε και κατάντησε να είναι «του πεταμού». Οι αιτίες της απαξίωσης, γενικά της κτηνοτροφίας, βέβαια είναι πολλές. Όπως η αστικοποίηση, η στροφή σε άλλα επαγγέλματα κλπ. Όμως και το μέγεθος ενός ζώου, παίζει ρόλο καθοριστικό. Αυτό που συνήθως επικρατεί, είναι το βραχυπρόθεσμο κέρδος που οι κτηνοτρόφοι πιστεύουν ότι θα αντλήσουν από μεγαλύτερα ζώα, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ποιότητα των προϊόντων.

Φυσικά δεν μιλάμε για την Κάσσο αφού το φαινόμενο είναι πανελλαδικό αλλά και παγκόσμιο. Τα τελευταία χρόνια η ζωική παραγωγή παγκοσμίως ακολουθεί επικίνδυνους δρόμους. Η συνεχής μεγιστοποίηση του κέρδους μοιάζει να αφαιρεί κάθε λογική σκέψη και κάθε ηθική αναστολή από τις επιχειρήσεις του είδους. Τα ζώα χρησιμοποιούνται σαν μηχανήματα που όταν χαλάσουν «λαδώνονται» με κάθε είδους φαρμακευτική ουσία. Τα περισσότερα βρίσκονται στις βιομηχανικές μονάδες όπου εκεί η ζωή τους αποτελεί ένα διαρκή βιασμό της φύσης, κάτι που φυσικά έχει το κόστος του: Η δημιουργία άρρωστων και «τρελών» ζώων, έχει τις επιπτώσεις της στην υγεία του καταναλωτή, ο οποίος, εκτός από ακατάλληλα, έμαθε να καταναλώνει και αφύσικα υψηλές ποσότητες ζωικών προϊόντων, κάτι που κάνει κακό στην υγεία του και καλό σε κάποιες τσέπες. Μόνη ελπίδα η διατήρηση των ζώων ελεύθερης βόσκησης.
Ας γυρίσουμε όμως στο κατσικάκι μας και ας θυμηθούμε εποχές όπου ο κτηνοτρόφος νοιαζόταν κυρίως για την ποιότητα και τη νοστιμιά των προϊόντων του. Είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο ζώο πρέπει να δημιουργήθηκε μέσα από διαδικασίες πάρα πολλών χρόνων, ότι η τροφή του προερχόταν από τη λίγη βλάστηση του νησιού, ότι ζούσε ελεύθερο και αυτό το έκανε ανθεκτικό, υγιές, λιτοδίαιτο και ποιοτικά παραγωγικό.
 Και κάπως έτσι χάνονται οι θησαυροί της μη παραγωγικής χώρας μας η οποία στηρίζεται πλέον σχεδόν μόνο στις εισαγωγές με τις γνωστές συνέπειες….

Πρόβατα

Περισσότερες από 30 φυλές είναι επίσημα αναγνωρισμένες, όπως οι φυλές:
Αστερουσίων Ορέων Κρήτης, Ανωγείων, Καρύστου, Κεφαλληνίας, Κύμης, Γλώσσας Σκοπέλου, Χίου, Μυτιλήνης, Πηλίου, Θράκης, Ζακύνθου, Κατσικά Ιωαννίνων, Ορεινό Ηπείρου (τύποι Συράκου κ Καλαρίτικο), Πελαγωνίας, Σαρακατσάνικο, Καταφυγίου, Ευδήλου Ικαρίας, Αργους, Καραγκούνικο (3 τύποι), Σητίας, Σφακίων, Φριζάρτα, Κοζάνης, Αγρινίου.
Αβέβαιης ταυτότητας είναι τα πρόβατα Αλοννήσου (πιθανόν τα ίδια με Γλώσσας Σκοπέλου), Αγίας Παρασκευής Λέσβου (πιθανόν ενσωματώθηκε στην κυρίως φυλή Μυτιλήνης), Λήμνου, Ηπείρου (πιθανόν ίδιο με Ορεινό Ηπείρου), Δράμας, Βλάχικο, Μπούτσικο (πιθανόν απλώς χρωματισμός και όχι φυλή),  Χανίων, Ρωμέικο-Ρωμαικό, Σκύρου, Κάλεσα Ξηρομέρου, Αγρινίου, Καραμάνικο (αβέβαιο εάν είναι απλώς χρωματισμός).
Μη επίσημα καταγεγραμμένες, και όχι πάντα επιβεβαιωμένες ποικιλίες αναφέρονται στην Πάρο (μικρόσωμη),  Δυτική Λέσβο (μικρόσωμη), Αραπά (Μεσσηνία), Μεσσηνία, Ολυμπία, Θράκη (Πομακοχώρια), Κάσσο, Δυτική Αιτωλοακαρνανία (2 τύποι), Μηλιά Μεστόβου.
Γενικευμένοι όροι όπως "φυλή Αιγαίου" αναφέρονται σε γεωγραφικά διάσπαρτους νησιωτικούς πληθυσμούς και πιθανόν καλύπτουν ποικιλία τύπων, μέρος μόνον των οποίων είναι ταυτοποιημένοι.
Σπανιότερες είναι οι φυλές Ευδήλου Ικαρίας (55), Άργους (25), Θράκης(40-50), Αγρινίου (450), Κοκοβίτικο (700), Καταφυγίου (2-3, πρέπει να θεωρηθεί πρακτικά εξαφανισμένη).
Εξαφανισμένα θεωρούνται τα πρόβατα Ρόδου (2 φυλές), Γράμμου, Ρυμουλκίου,  Λευκίμης Κερκύρας, Αρβανιτοβλάχικο, Γραμμουτσιανής, Χαλκηδικής, Γκέκικο-Κιβιρτζίκ,
Οι φυλές προβάτων έχουν μελετηθεί ίσως περισσότερο από όλες τις κατηγορίες παραγωγικών ζώων.
Πλεονεκτήματα Ελλ.Φυλών αιγοπροβάτων





Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται, ότι πολλοί  κτηνοτρόφοι, και ιδιαίτερα νέοι, επιδιώκουν να αντικαταστήσουν  τα πρόβατα τους  με άλλα, τα οποία εισάγουν από το εξωτερικό. Άλλοι πάλι, επιθυμούν να ξεκινήσουν, για πρώτη φορά,  μια καινούργια κτηνοτροφική μονάδα με πρόβατα, που θα φέρουν από το εξωτερικό. Πιστεύουν πως έτσι θα δημιουργήσουν μια εκτροφή περισσότερο παραγωγική, στηριζόμενοι προφανώς σε διαφημίσεις και δελεαστικές προτάσεις.  Το κάνουν αυτό, χωρίς  να  γνωρίζουν ποιες είναι οι δυνατότητες  των  Ελληνικών  φυλών, σε συνθήκες όμοιες με εκείνες, με τις οποίες εκτρέφουν ή σκοπεύουν να  εκθρέψουν τα εισαγόμενα πρόβατα και ποιες δικές μας φυλές μπορούν να  ανταγωνιστούν τα πρόβατα των ξενικών φυλών  με επιτυχία.
Στη χώρα μας, η εκτροφή των εγχωρίων φυλών προβάτων εξακολουθεί, σχεδόν στο σύνολό της, να είναι η παραδοσιακή, με όχι ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις για όλες τις φυλές, αλλά με υγιεινά, υψηλής ποιότητας, προϊόντα, που παράγουν με μικρό κόστος. Τα εισαγόμενα πρόβατα εκτρέφονται, ως επί το πλείστον, σε κλειστούς χώρους με εντατικά συστήματα  διατροφής και περιποίησης, με  τακτικό έλεγχο της υγείας τους, χωρίς βόσκηση, με προϊόντα των οποίων οι συνθήκες εκτροφής προφανώς δεν επιτρέπουν  να είναι υψηλής ποιότητας και τα οποία παράγονται με υψηλό κόστος. Είναι δηλαδή εντελώς διαφορετικές οι συνθήκες εκτροφής των δύο κατηγοριών προβάτων.
Φαντάζομαι πως καταλαβαίνετε, ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε την παραγωγικότητα δύο ποιμνίων, όταν αυτά εκτρέφονται με εντελώς διαφορετικό σύστημα, και να διαπιστώσουμε έτσι, ποιο από τα δύο ποίμνια είναι  εκείνο που συμφέρει στη δική μας εκτροφή.
Υπάρχουν πολλά στοιχεία όμως, από τα οποία μπορούμε να συγκρίνουμε τις δυνατότητες των Ελληνικών αυτοχθόνων φυλών και των εισαγόμενων. Πιστεύω πως είναι αναγκαίο να κάνουμε αυτή τη σύγκριση, πριν χάσουμε το  πολύ εκλεκτό γενετικό υλικό, που διαθέτουν τα πρόβατα της χώρα μας, και ιδιαίτερα πριν φθάσουμε την προβατοτροφία μας σε αδιέξοδο. Οι ασυλλόγιστες εισαγωγές εκεί την οδηγούν. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα δημόσια ιδρύματα και οι αρμόδιες πανεπιστημιακές σχολές, δεν έπραξαν όσα όφειλαν να πράξουν. Έπρεπε δηλαδή, αφενός  να εκτιμήσουν τις παραγωγικές και άλλες δυνατότητες, που έχουν τα πρόβατά μας κάτω από ιδανικές συνθήκες εκτροφής και να προστατέψουν το γενετικό τους υλικό, αφετέρου  να ενημερώσουν τους κτηνοτρόφους μας για τις δυνατότητες που έχουν τα πρόβατά μας, και για το  πόσο χρήσιμο είναι, σε πολλές περιπτώσεις,  να εκτρέφουν αυτά τα πρόβατα με το σωστότερο κατά περίπτωση σύστημα.  Η εφαρμογή του προγράμματος διατήρησης των υπό εξαφάνιση φυλών, που γίνεται σήμερα,  είναι μια καλή ενέργεια, αλλά δεν αρκεί.
Στη χώρα μας, εκτρέφονται σήμερα 23 φυλές προβάτων και άλλες επτά έχουν εξαφανιστεί. Εύλογο το ερώτημα. Γιατί τόσες πολλές φυλές σε ένα τόσο μικρό μέρος; Στη φύση τίποτε δεν γίνεται,  χωρίς σοβαρό λόγο. Η χώρα μας, έστω και μικρή σε έκταση, παρουσιάζει πολλές διαφοροποιήσεις, στο κλίμα, στο έδαφος, στη βλάστηση, στη βροχόπτωση κ.λ.π.  Οι εδαφοκλιματολογικές συνθήκες σε συνδυασμό με την ευαισθησία των προβάτων στις διάφορες αντιξοότητες, κατά πρώτο λόγο, και η μακροχρόνια επίδραση των εκτροφέων, εξαιτίας των ειδικών συνθηκών διαβίωσης και των αναγκών τους, αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, την αιτία δημιουργίας τόσων πολλών φυλών με διαφορετικές δυνατότητες. Συναντώνται φυλές με πολύ υψηλές αποδόσεις αλλά ευαίσθητες σε δύσκολες συνθήκες εκτροφής, και άλλες με μικρότερες αποδόσεις, που αντέχουν όμως σε πολύ δύσκολες καταστάσεις. Ανάμεσα στις πολλές εγχώριες φυλές, λοιπόν,  κάποιες διακρίνονται, όλως ιδιαιτέρως, για την υψηλή παραγωγικότητά τους. Γιατί δεν διαδόθηκαν αυτές και στις άλλες περιοχές της χώρας μας, μέσα στο πέρασμα πολλών ετών;  Μήπως έγιναν προσπάθειες και απέτυχαν γιατί είχαν προβλήματα προσαρμογής; Οι ξενικές φυλές αντέχουν και μπορούν να αποδίδουν παντού; Έγινε κάποιος έλεγχος για το θέμα αυτό; Με το να εκτρέφονται οι ξενικές φυλές σε κλειστούς χώρους εξουδετερώνονται εντελώς οι παράγοντες του περιβάλλοντος; Το πιστεύουν κάποιοι αυτό;
Στις Ευρωπαϊκές χώρες, με κάποια εξαίρεση την Ιταλία και Ισπανία, εκτρέφουν, κατά κανόνα, πρόβατα με κρεατοπαραγωγική και εριοπαραγωγική κατεύθυνση και μόνο τις τελευταίες δεκαετίες  έγιναν κάποιες λίγες προσπάθειες δημιουργίας φυλών με γαλακτοπαραγωγική κατεύθυνση. Εμείς, χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο, και χωρίς να είμαστε σίγουροι ότι τις χρειαζόμαστε, εισάγουμε τις φυλές αυτές. Θα έπρεπε όμως να γνωρίζουμε ότι εκτρέφονται στην Ελλάδα φυλές προβάτων που παράγουν προϊόντα πολύ εκλεκτής ποιότητας, τέτοια που οι ξενικές δεν μπορούν να παράγουν, ακόμα και με ιδανικές συνθήκες εκτροφής. Κάποιες από τις Ελληνικές φυλές, δεν υστερούν σε τίποτε των ξενικών φυλών.
Η επιθυμία μας να επιτύχουμε το άριστο και μάλιστα γρήγορα, μας κάνει να προβαίνουμε σε σοβαρά λάθη.
Να τι έγινε στην δεκαετία του 1960.
Άνθρωποι του Υπουργείου Γεωργίας, γνώριζαν ότι, στην περιοχή της Φρισλανδίας,  στην Γερμανία, όπου, όλο σχεδόν το έτος, χαρακτηρίζεται από βροχοπτώσεις και υψηλή υγρασία, και με άλλες συνθήκες  τελείως διαφορετικές εκείνων της χώρας μας, εκτρέφεται μια φυλή προβάτων με μέση ετήσια απόδοση σε γάλα άνω των 600 λίτρων. Σκέφθηκαν λοιπόν να πάρουν από εκεί κάποια θηλυκά ζώα  και πολύ περισσότερα αρσενικά, για να τα διασταυρώσουν με τα δικά μας, να πάρουν τους απογόνους τους, και έτσι γρήγορα να αυξήσουν την παραγωγικότητα των ποιμνίων μας. Μια λύση που φαίνονταν πολύ απλή για να είναι αποτελεσματική. Αρσενικά ζώα αυτής της φυλής, με κάποιο πρόγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας, έφθασαν σε όλα σχεδόν τα διαμερίσματα  της χώρας μας.
Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας είναι γνωστό. Τα περισσότερα από τα ζώα που έφεραν, για καλή μας τύχη, πέθαναν, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, από πυροπλάσμωση, που μεταδίδεται με το τσιμπούρι,  και τα υπόλοιπα, καθώς και πολλά, που γεννήθηκαν από την πρώτη διασταύρωση με τις δικές μας φυλές, προσβλήθηκαν, ιδιαίτερα σε περιοχές της χώρας,  με ξηροθερμικό κλίμα, από πνευμονικές παθήσεις και βγήκαν από την αναπαραγωγή.
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα ενός προοδευτικού προβατοτρόφου στην περιοχή Καρδίτσας, που ήθελε, σώνει και καλά, να υπερδιπλασιάσει τις  αποδόσεις των  προβάτων του, και ζητούσε τη δική μας συμπαράσταση.
Τον βοηθήσαμε να διαπιστώσει πως οι απόψεις του, να αυξήσει σημαντικά τις αποδόσεις των ζώων του με την απόφασή του να έχει στο ποίμνιό του διασταυρωμένα ζώα της πρώτης γενεάς, δεν ήταν οι ενδεδειγμένες. Ήταν προτιμότερο, όπως φάνηκε, να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης των Καραγκούνικων προβάτων του, με τη βοήθεια των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας.
Ο αριθμός των Καραγκούνικων προβάτων, που μετείχαν στο πείραμα, κάθε χρόνο, ήταν τυχαίος και τα ζώα ήταν διαφόρων ηλικιών. Στο πείραμα, τα διασταυρωμένα πρόβατα του πρώτου χρόνου, ήταν  νεαρά πρωτόγεννα. Του δευτέρου χρόνου, ήταν  όσα από αυτά επέζησαν ή ήταν ικανά να παράγουν. Το ίδιο έγινε και στον τρίτο χρόνο. Η ετήσια ανανέωση των ζώων αναπαραγωγής, του ποιμνίου Καραγκούνικης φυλής, είναι γνωστή και κυμαίνεται μεταξύ 18 και 20% του πληθυσμού, με μέσο αριθμό πέντε τοκετών ανά προβατίνα.   Στα διασταυρωμένα πρόβατα,  οι αριθμοί δείχνουν πως, μετά τον δεύτερο τοκετό, πολύ λίγα ήταν τα ζώα, που μπορούσαν να διατηρηθούν για αναπαραγωγή. Τα άλλα πέθαναν ή αρρώστησαν. Συνεπώς το ποσοστό της ετήσιας ανανέωσης τους ήταν πολύ υψηλό, γεγονός που επιβάρυνε πολύ το κόστος παραγωγής των προϊόντων. Ο παράγοντας αυτός επηρεάζει πολύ την παραγωγικότητα του ποιμνίου, τον οποίο συνήθως, δεν λαμβάνει  υπόψη του ο εκτροφέας. Ο τρόπος εκτροφής, ήταν ίδιος και στα δύο ποίμνια, τα οποία άλλωστε  συστεγάζονταν. Τις αποδόσεις, τις βλέπεται στον πίνακα.
Ο υπερδιπλασιασμός των αποδόσεων των νέων προβάτων και η αύξηση της παραγωγικότητάς τους, έμεινε συνεπώς  μακρινό όνειρο του κτηνοτρόφου, ο οποίος παραδέχτηκε την υπεροχή των καραγκούνικων προβάτων στις συνθήκες της περιοχής του.
Υπάρχουν περιοχές στη χώρα μας, όπου η  διασταύρωση της Friesian με ντόπιες φυλές, έβλαψε το γενετικό υλικό των προβάτων και άλλες  όπου   έδωσε  καλά αποτελέσματα. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκουν οι περιοχές όπου υπάρχει υψηλή υγρασία για μεγάλο διάστημα του χρόνου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του προβάτου «Φριζάρτα». Αυτό δημιουργήθηκε από διασταυρώσεις ντόπιων φυλών με αρσενικά Friesian, στην περιοχή της Άρτας και απέδωσε.
Για να δούμε όμως ποιες είναι οι Ελληνικές φυλές, που όχι μόνο δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε  από τις εισαγόμενες, αλλά και υπερτερούν αυτών σε πολλά σημεία. Όπως:
α) Στην υψηλή παραγωγή γάλακτος καλής ποιότητας, που  πετυχαίνουν διότι εκτρέφονται χωρίς στρες, αφού τον περισσότερο καιρό είναι ελεύθερα, με επιλογή τροφών, που μόνα τους κάνουν στα βοσκοτόπια, χωρίς φάρμακα τις περισσότερες φορές,  χωρίς υψηλές ποσότητες συμπυκνωμάτων, και φυσικά  εξαιτίας του κληρονομικού τους δυναμικού και την καλή προσαρμοστικότητα στο περιβάλλον που ζουν.
β) Στην παραγωγή των προϊόντων τους με χαμηλό κόστος,
γ) Στο μικρό ποσοστό της ετήσιας ανανέωσης του κοπαδιού. 

Κάποιες από τις φυλές αυτές είναι:
1.  Στη Ζάκυνθο, εκτρέφεται παραδοσιακά και παράγει προϊόντα σχεδόν βιολογικά, μια φυλή προβάτων γνωστή ως φυλή «Ζακύνθου». Είναι μεγαλόσωμη με λευκό χρωματισμό, αναμικτόμαλλη  και με υψηλές αποδόσεις. Από τη μελέτη των αποδόσεων 531 προβατίνων, επτά ποιμνίων, διαπιστώθηκε ότι η μέση γαλακτοπαραγωγή ανέρχεται σε 232 λίτρα γάλακτος και το μέσο μέγεθος των τοκετοομάδων  σε 1,39 αρνιά.  Είναι μια φυλή ευαίσθητη, που δύσκολα προσαρμόζεται σε συνθήκες έξω από το νησί της Ζακύνθου. Δεν δοκιμάστηκε όμως σε κλειστά εντατικά συστήματα εκτροφής για να συγκριθεί με τις εισαγόμενες φυλές.
2. Στην Αργολίδα, αλλά  και στη Μεσσηνία και ιδιαίτερα στην επαρχία Μεσσήνης αυτού του Νομού, εκτρέφεται με παραδοσιακό τρόπο και παράγει προϊόντα σχεδόν βιολογικά, μια φυλή προβάτων (η μοναδική πλατύουρη στη χώρα μας), γνωστή με το όνομα «Άργους». Είναι μεγαλόσωμη, αναμικτόμαλλη, με λευκό χρωματισμό και μαύρη κεφαλή. Παράγει σε κάθε γαλακτική περίοδο, περισσότερο από 150 λίτρα γάλακτος,  και 1,7- 1,8 αρνιά ανά τοκετό κατά μέσο όρο, με όχι ιδιαίτερα καλές συνθήκες βόσκησης και διατροφής. Η φυλή αυτή δείχνει να προσαρμόζεται καλά στα πεδινά τμήματα της Πελοποννήσου και πιθανόν και σε άλλες περιοχές. Δε δοκιμάστηκε σε κλειστά εντατικά συστήματα εκτροφής.
3. Η γνωστή σε όλους φυλή «Χίου», Ξεκίνησε από το νησί της Χίου και διαδόθηκε με επιτυχία σε πολλές περιοχές της χώρας μας και ιδιαίτερα τη Χαλκιδική, οι οποίες έχουν  χαμηλή σχετική υγρασία και γενικά παραθαλάσσιο κλίμα. Δυσκολεύεται στις υγρές περιοχές της Δυτικής Ελλάδος.  Είναι λευκή με μεγάλες μαύρες κηλίδες στο πρόσωπο και στα γόνατα των ποδιών, ομοιόμαλλη,  μεγαλόσωμη, ημιπλατύουρη. Εκτρέφονται ποίμνια που, παράγουν κατά μ.ο. περισσότερο από 250 λίτρα γάλακτος σε κάθε γαλακτική περίοδο και δίνουν περισσότερα από δύο αρνιά στον τοκετό. Δεν αντέχει σε περιοχές με υψηλή υγρασία και είναι ευαίσθητη στις μαστίτιδες
4. Στο πεδινό κυρίως τμήμα της περιοχής των Σερρών εκτρέφεται, με παραδοσιακό τρόπο, σε αριθμό περίπου 25.000 προβάτων  και παράγει προϊόντα σχεδόν βιολογικά, η φυλή προβάτων «Σερρών». Είναι λευκή με μαύρο κεφάλι, ομοιόμαλλη, σχετικά μεγαλόσωμη.    Παράγει, με όχι καλές συνθήκες εκτροφής,  κατά μέσο όρο 130 λίτρα γάλακτος σε κάθε γαλακτική περίοδο και δίνει 1,3 αρνιά σε κάθε τοκετό. Στην περιοχή αυτή εκτρέφονται  ποίμνια   με πολύ υψηλότερες αποδόσεις, που δείχνουν τις δυνατότητες των προβάτων της φυλής αυτής, κάτω από συνθήκες σωστής διατροφής και χειρισμού των ζώων. Αρσενικά της φυλής αυτής χρησιμοποιούνται  για αναβάθμιση άλλων ποιμνίων στην περιοχή της Μακεδονίας με ίδιες κλιματολογικές συνθήκες.
5. Στο νησί της Λέσβου και σε κάποιες περιοχές της Μακεδονίας και της Στερεάς Ελλάδος εκτρέφεται η, γνωστή σε πολλούς, φυλή  «Λέσβου ή Μυτιλήνης», σε αριθμό 200.000 περίπου προβάτων και παράγει προϊόντα σχεδόν βιολογικά. Είναι πρόβατο ιδιαίτερα ανθεκτικό σε ξηροθερμικό κλίμα και σε δύσκολες καταστάσεις, ενώ αποδίδει ικανοποιητικά σε ευνοϊκές συνθήκες εκτροφής. Έχει διάφορους χρωματισμούς, είναι αναμικτόμαλο, ημιπλατύουρο με μακριά ουρά, και έχει μέτριο σωματικό μέγεθος.  Διαδόθηκε σε πολλές περιοχές της χώρας, με καλά αποτελέσματα.  Εκτρέφονται σήμερα  στο νησί αλλά και σε άλλες περιοχές ποίμνια με υψηλές αποδόσεις.
6. Στη Σκόπελο εκτρέφεται το πρόβατο της φυλής «Γλώσσης Σκοπέλου». Είναι λευκό με μελανό κύκλο στα μάτια, ομοιόμαλλο, και ιδιαίτερα ευαίσθητο σε συνθήκες εκτροφής άλλων περιοχών. Παράγει σε κάθε γαλακτική περίοδο, κατά μ. ο. 160 λίτρα γάλακτος και 1,6 αρνιά ανά τοκετό. Παλαιότερο ήταν γνωστό σαν το πρόβατο που δίνει δύο τοκετούς το χρόνο. Τα προϊόντα του είναι σχεδόν βιολογικά. Εκτρέφονται στο νησί 2.000 πρόβατα. Προσπάθειες εκτροφής σε άλλες περιοχές της χώρας απέτυχαν, εκτός μια στενής περιοχής του Νομού Μαγνησίας.  Ένα όμοιο σχεδόν πρόβατο, σε εμφάνιση, παραγωγικότητα και ευαισθησίες, με αυτό,  είναι και εκείνο της φυλής «Κύμης» που εκτρέφεται σε συγκεκριμένη γόνιμη  περιοχή της Ανατολικής Εύβοιας, σε αριθμό 600 περίπου προβάτων.

7. Στην Κρήτη, ιδιαίτερα στην περιοχή των Σφακίων και στα Λευκά όρη, εκτρέφεται το γνωστό «Σφακιανό» πρόβατο, σε αριθμό 60.000 προβάτων. Είναι το παραγωγικότερο πρόβατο της Κρήτης.  Αρσενικά αυτής της φυλής χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία σε προγράμματα αναβάθμισης διαφόρων ποιμνίων σε όλο το νησί. Είναι σχετικά μικρόσωμο, σφριγηλό, κατάλληλο για δύσβατες περιοχές. Είναι λευκό με μελανές κηλίδες γύρω από τα μάτια, και αναμικτόμαλλο.    Παράγει κατά μ.ο. 110 λίτρα, σχεδόν βιολογικού, γάλακτος, με συνθήκες εκτροφής ιδιαίτερα δύσκολες.  Σήμερα εκτρέφονται στην Κρήτη ποίμνια αυτής της φυλής, με ευνοϊκότερες συνθήκες εκτροφής, των οποίων οι αποδόσεις είναι πολύ καλλίτερες.
8. Στην Κεφαλληνία, και νομίζω μόνο εκεί, εκτρέφεται το πρόβατο της φυλής «Κεφαλληνίας» σε αριθμό 2.000 περίπου προβάτων σε 15-20 αμιγή ποίμνια. Πολλά δε  άλλα ποίμνια φέρουν μεγάλο ποσοστό αίματος της φυλής. Σε έλεγχο που έγινε, τα 1425 πρόβατα της φυλής έδωσαν μέση γαλακτοπαραγωγή  177,2 λίτρα σε 146  ημέρες, και 1,3 αρνιά σε κάθε τοκετό.  Είναι πρόβατο μετρίου μεγέθους, αναμικτόμαλλο, με λευκό χρωματισμό στο σώμα και κόκκινη κεφαλή. Τα προϊόντα του είναι σχεδόν βιολογικά και εκλεκτής ποιότητας εξαιτίας των ποικίλων αγρίων φυτών, αρωματικών και μη, που βρίσκονται στα βοσκοτόπια.
9. Στη Θεσσαλία και ιδιαίτερα στο δυτικό τμήμα αυτής, εκτρέφεται το «Καραγκούνικο» πρόβατο σε αριθμό που ξεπερνάει τα 250.000 ζώα. Είναι το πολυπληθέστερο αμιγές πρόβατο της χώρας μας. Κάποια αμιγή ποίμνια της φυλής  εκτρέφονται και σε άλλες περιοχές, έξω από τη Θεσσαλία. Εκατομμύρια πρόβατα, διασταυρωμένα με λίγο ή πολύ αίμα καραγκούνικης φυλής, εκτρέφονται στα περισσότερα διαμερίσματα της χώρας μας. Είναι ένα πρόβατο μεγαλόσωμο με διάφορους χρωματισμούς, αναμικτόμαλλο, σφριγηλό, που μπορεί με καλές συνθήκες εκτροφής να γίνει  ιδιαίτερα παραγωγικό. Τα 18.764 πρόβατα που ανήκαν σε 309 εκτροφές, ύστερα από συστηματικό έλεγχο,  έδωσαν κατά μέσο όρο 183 λίτρα γάλακτος σε μια γαλακτική περίοδο και 1,4 αρνιά στον τοκετό. Το καλλίτερο ποίμνιο έδωσε 368 λίτρα γάλακτος και 1,5 αρνιά.  Βρέθηκαν κάποιες λίγες προβατίνες με μέση γαλακτοπαραγωγή άνω των 500 λίτρων. Η μέτρηση του παραγομένου γάλακτος έγινε με τη γνωστή μέθοδο fleischmann. Η μέθοδος αυτή μετράει το παραγόμενο γάλα, κάθε προβατίνας, μετά την 25η ημέρα από του τοκετού. Αυτή η μέθοδος εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες. Στην Ελλάδα μετράμε το παραγόμενο γάλα μετά τη 42η ημέρα από του τοκετού,  γιατί τότε γίνονται οι περισσότεροι απογαλακτισμοί των αρνιών. Συνεπώς στα συγκριτικά στοιχεία με τις ξενικές φυλές, πρέπει να προσθέτομε στο γάλα των Ελληνικών προβάτων και εκείνο των 17(42- 25) ημερών. Τα στοιχεία δείχνουν πως το πρόβατο της Καραγκούνικης   φυλής   μπορεί με κατάλληλο χειρισμό να φθάσει πολύ ψηλά. Το γενετικό του υλικό το επιτρέπει.  
Και άλλες αξιόλογες φυλές προβάτων εκτρέφονται στη χώρα μας, οι οποίες όμως  τείνουν να εξαφανισθούν. Όπως εκείνη του Αγρινίου  της Ευδήλου Ικαρίας κ.λ.π.
Πιστεύω πως συμφέρον κάθε  προβατοτρόφου, ο οποίος θέλει να ασχοληθεί συστηματικά με ένα μοντέρνο σύστημα εκτροφής προβάτων, το οποίο να είναι προσοδοφόρο, είναι να προβεί στις εξής ενέργειες.


α) Να επιλέξει την κατάλληλη, για την περίπτωσή του, φυλή προβάτων. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι μια από τις Ελληνικές φυλές που αναφέρονται παραπάνω, η οποία  φυσικά έχει δημιουργηθεί και εκτρέφεται στην περιοχή του. Στην Ζάκυνθο π.χ η καταλληλότερη  φυλή προβάτων είναι η φυλή «Ζακύνθου». Στην Αργολίδα, τη Μεσσηνία και τις γύρω περιοχές είναι η φυλή «Άργους». Στα Νησιά, και τις παραλιακές εκτάσεις της Ηπειρωτικής χώρας, πιθανόν και σε άλλες περιοχές με μειωμένη υγρασία, είναι η φυλή Χίου. Στις περιοχές με ξηροθερμικό κλίμα είναι η «Καραγκούνικη» φυλή κ.λ.π. Θα πρέπει δε, σε κάθε περίπτωση, να επιλέγει πρόβατα από ποίμνια ελεγχόμενα, τα οποία να διακρίνονται για τις υψηλές τους αποδόσεις.
β) Να τηρήσει, στην κατασκευή του στάβλου όλες τις προδιαγραφές μιας σωστής διαβίωσης των ζώων.
γ) Να εφαρμόζει σωστό σύστημα διατροφής, σε ποιότητα και ποσότητα ζωοτροφών, το οποίο φυσικά θα  είναι διαφορετικό στα διάφορα στάδια της παραγωγής και αναπαραγωγής των ζώων.
δ) Να εξασφαλίσει, φυσικά ή τεχνικά, βοσκοτόπια.    Τα πρόβατα είναι απαραίτητο να βγαίνουν στη βοσκή για μερικές ώρες κάθε ημέρα διότι: 1) Γυμνάζονται και έτσι γίνονται ανθεκτικά στις ασθένειες και αυξάνει η μακροζωία τους. 2) Συμπληρώνονται εκεί οι διατροφικές τους ανάγκες. Στη βοσκή τα ζώα έχουν την ευκαιρία να βρουν χημικά στοιχεία και βιταμίνες που πιθανόν να λείπουν από το έτοιμο σιτηρέσιο. 3) βελτιώνεται η ποιότητα του γάλακτος εξαιτίας των αρωματικών φυτών που συναντώνται στη βοσκή. 4) Δίνεται η ευκαιρία στον εκτροφέα  να αερίσει να καθαρίσει και να απολυμάνει το στάβλο. 5) Φεύγει από τα ζώα το στρες που προκαλεί ο κλειστός χώρος. Είναι το στρες ένας σημαντικός παράγων που καθορίζει σε μεγάλο ποσοστό την υγεία, την μακροζωία, την αναπαραγωγή και την παραγωγικότητα όλων των αγροτικών ζώων.  Ιδιαίτερα δε των προβάτων που θεωρούνται ως ζώα πολύ ευαίσθητα. 
Όσον αφορά τις φυλές αιγών και την εκτροφή τους τα πράγματα είναι πιο απλά. Στη χώρα μας εκτρέφονται  εφτά φυλές αιγών με παραδοσιακό τρόπο και παράγουν προϊόντα πολύ εκλεκτής ποιότητας. Σε πολλά δε ποίμνια, τα προϊόντα που παράγονται είναι εντελώς βιολογικά. Δεν παρουσιάζουν ευαισθησία προσαρμογής σε νέο περιβάλλον, ανάλογη εκείνης των προβάτων, για το λόγο αυτό άλλωστε οι  φυλές που εκτρέφονται στη χώρα μας είναι λίγες.
Ανάμεσα στις φυλές αυτές, μία, εκείνη δηλαδή της «Σκοπέλου», διακρίνεται  για την υψηλή παραγωγικότητα. Οι 2461 αίγες της φυλής αυτής που ελέγχθηκαν συστηματικά, έδωσαν κατά μ.ο. σε 174 ημέρες αρμέγεις 241 λίτρα γάλακτος και 1,35 κατσίκια στον τοκετό, με συνθήκες εκτροφής, για τα περισσότερα ποίμνια, όχι καλές. Το καλλίτερο ποίμνιο έδωσε κατά μ.ο. 433 λίτρα γάλακτος και 1.41 κατσίκια στον τοκετό. Η καλλίτερη δε αίγα, ενός ποιμνίου, έδωσε 838 λίτρα γάλακτος σε μια γαλακτική περίοδο. Η περιεκτικότητα σε λίπος και πρωτεΐνες του γάλακτος των αιγών της φυλής αυτής είναι ιδιαίτερα υψηλή και οπωσδήποτε πολύ υψηλότερη εκείνης των εισαγομένων φυλών αιγών.
Σε εκείνους που ενδιαφέρονται να ασχοληθούν με εντατική εκτροφή αιγών, αλλά και σε εκείνους που θέλουν να αναβαθμίσουν το ποίμνιό τους και η περιοχή εκτροφής δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, θα τους συνιστούσα χωρίς επιφυλάξεις  τη φυλή αυτή.  Με σωστή διατροφή και υγιεινές συνθήκες εκτροφής οι αποδόσεις των ζώων αυτών μπορούν να φθάσουν πολύ υψηλά. Δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τις ξενικές φυλές.



Βοοειδή

Επίσημα αναγνωρισμένες με επιβεβαιωμένους πληθυσμούς είναι οι φυλές: Βραχυκερατική διαφόρων τύπων της ηπειρωτικής Ελλάδας (1200 άτομα), Κατερίνης (180), και Συκιάς, Χαλκιδική (250-300). Η φυλή της νήσου Κέας, αν και  επίσημα αναγνωρισμένη, έχει ουσιαστικά εγκαταλειφθεί. Τα τελευταία ανεπιβεβαίωτα δείγματα, φημολογείται ότι βρίσκονται διασπαρμένα στο βόρειο τμήμα της Κεας, στη νότιο Εύβοια και σε διάφορα νησιά των Κυκλάδων. Ακόμα, στη νήσο Πιπέρι των Σποράδων, ίσως επιζούν οι τελευταίοι εκπρόσωποι τοπικής φυλής βοοειδών.
Μεμονωμένα δείγματα βοοειδών στεππικού τύπου (Κατερίνης-Συκιάς) υπάρχουν διασκορπισμένα σε ανάμικτα κοπάδια της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Θράκης. Δεν συμβάλουν στην αναπαραγωγή των ελάχιστων καθαρόαιμων πυρήνων και είναι καταδικασμένα να χαθούν.
Μη αναγνωρισμένοι πληθυσμοί βοοειδών εντοπίζονται στις περιοχές: Λεπενούς Αγρινίου, εκβολές Αχελώου ποταμού, Πελοποννήσου (Μάνη, ορεινή Αχαΐα), Κρήτης, Φολεγάνδρου, Νισύρου.
Εξαφανισμένες θεωρούνται οι αγελάδες Τήνου, Σκοπέλου, Αλοννήσου, Τήλου, Ρόδου (ελευθέρας βοσκής), Ρόδου (οικόσιτη-Ασγουρούς), Κέρκυρας, πεδινή Κρήτης (Μεσσαρά). Ίσως υπήρχαν και άλλοι πληθυσμοί οι οποίοι εξαφανίσθηκαν πριν γίνει καταγραφή τους.
Παλαιότερες πηγές ανέφεραν τους τύπους Πελοποννήσου, Ηπείρου, και Κρήτης (0ρεινή και Πεδινή-Μεσσαράς) κυρίως βραχυκερατικής φυλής. Σήμερα αγνοούνται, είναι εξαφανισμένες η συμπεριλαμβάνονται στον κυρίως πληθυσμό της βραχυκερατικής.

Το Λεξικό Ελευθερουδάκη 1930, αναφέρει φυλή αποκλειστικώς γαλακτοπαραγωγικής αγελάδας που εκτρέφονταν στις εκβολές των ποταμών, Στρυμώνα και Πραβίου της Ανατολικής Μακεδονίας. Περιγράφεται ως μικρότερη και ξανθότερη της φυλής Κατερίνης αλλά δεν αναγνωρίσθηκε ποτέ. Το 2001 οι συγγραφείς Στογιάννης - Διλάνα στην "Οδύσσεια της Ελληνικής Αγροτικής-βιοποικιλότητας" αναφέρουν ότι λιγοστά δείγματα επιζούν σε περιοχές του Στρυμώνα.
Ο Ελληνικός Νεροβούβαλος είναι επίσημα αναγνωρισμένο είδος. Ο πληθυσμός του (2.000) παρουσιάζει μικρή τάση αύξησης αφού πρώτα έφτασε στο όριο της εξαφάνισης τις τελευταίες δεκαετίες.
Τα βοοειδή έχουν υποστεί μεγάλη απώλεια φυλών.

Αγελάδα Κατερίνης

Ελάχιστα άτομα βοοειδών που ανήκουν σε ελληνικές φυλές, έχουν απομείνει σήμερα. Αιτία κυρίως ο μύθος της μεγάλης παραγωγικότητας που προσφέρουν οι εισαγόμενες. Χωρίς να υπολογίζεται η καλή υγεία και η ανθεκτικότητα των ντόπιων φυλών, που οφείλεται κυρίως στην προσαρμογή τους στις συνθήκες του συγκεκριμένου χώρου. Χωρίς να υπολογίζονται οι μικρότερες ανάγκες τους σε φροντίδα, διατροφή, φάρμακα, ιδιότητες που οδηγούν στην καλύτερη ποιότητα και γεύση των παραγόμενων προϊόντων. Ακόμα και χωρίς να λογαριάζεται η ιστορική αξία των ζώων αυτών, που τα κάνει μοναδικά όχι μόνο για παραγωγή ποιοτικών προϊόντων (πολύ κατάλληλα και για βιολογικά), αλλά και για τουριστική χρήση.
Ένα καλό παράδειγμα η Αγελάδα Κατερίνης. Πρόκειται για αγελάδα αρκετά εύσωμη και παραγωγική, με υπέροχο γκρι-ασημί χρώμα. Ανήκει στη μία από τις δύο «στεπικές» ελληνικές  φυλές βοοειδών. Η άλλη είναι η αγελάδα Συκιάς. Και οι δύο βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο εξαφάνισης ενώ για τη Συκιάς κυκλοφορούσαν φήμες ότι είναι ήδη εξαφανισμένη. Κάτι που τελικά διαψεύστηκε, ύστερα από ερευνητικές προσπάθειες της οργάνωσης «Αμάλθεια – Δίκτυο διατήρησης και προστασίας για τα ελληνικά αγροτικά και οικόσιτα ζώα», με την υποστήριξη της αντίστοιχης ευρωπαϊκής  «SAVE foundation».
Η αγελάδα Κατερίνης διασώθηκε στη δεκαετία του 80 από τον Δημήτρη Δήμο, ο οποίος εκείνη την εποχή εργαζόταν ως πωλητής και μεταφορέας αγροτικών ζώων στα σφαγεία των Τρικάλων. Τελείως τυχαία, από κτηνίατρο της περιοχής, έμαθε ότι οι αγελάδες που πήγαιναν στα σφαγεία, ήταν και οι  τελευταίες της φυλής Κατερίνης. Αυτό τον ώθησε σε αλλαγή επαγγέλματος, σε αγορά και διάσωση κάποιων ατόμων αυτής της φυλής για τη δημιουργία επισκέψιμης φάρμας με σπάνιες ελληνικές φυλές αγροτικών ζώων. Η φάρμα που δημιουργήθηκε στην Καλαμπάκα, υπάρχει ως σήμερα και φιλοξενεί τον μοναδικό πολυάριθμο (γύρω στα 200 άτομα), πυρήνα της φυλής Κατερίνης.. Εξαιρετική θεωρείται η συμβολή του εκτροφέα στη διάσωση της σπάνιας αυτής αγελάδας, με μοναδικό μειονέκτημα τον κίνδυνο εξαφάνισης της φυλής, αν δεν υπάρχουν και άλλοι πυρήνες Κατερίνης, από μια απρόβλεπτη αιτία, όπως π.χ. κάποια αρρώστια κλπ.
Η αγελάδα Κατερίνης ανήκει, όπως είπαμε, στις πανάρχαιες «στεπικές» φυλές οι οποίες ζουν στον ελλαδικό χώρο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Εντυπωσιακή είναι η ομοιότητά της με εικόνες βοοειδών που βρίσκουμε σε τοιχογραφίες της Κνωσού αλλά και τους αρχαίους τάφους του Βαφιού στη Λακωνία. Ιδιαίτερα ο λευκός κύκλος γύρω από το στόμα, σημάδι αρχέγονης φυλής, καθώς και τα κέρατα σε σχήμα λύρας, όπως εκείνα που βλέπουμε στις αρχαίες παραστάσεις.  Έτσι είναι ολοφάνερο πως εκτός από ποιοτική παραγωγικότητα, η αγελάδα Κατερίνης, λόγω της ιστορίας της,  μπορεί να προσφέρει πολλά και στον αγροτουριστικό τομέα.




                                                    ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΦΥΛΕΣ ΣΚΥΛΩΝ
                 



                                                         ΚΟΚΟΝΙ
           

          



 
        Οι Ελληνικές Φυλές σκύλων, αποτελούν μέρος της πανίδας της χώρα μας και επομένως μέρος του εθνικού
        μας πλούτου. Κάποιες από αυτές συναντώνται κυρίως σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας,
        από όπου   παίρνουν και την ονομασία τους.
        
        Γίνεται συστηματική προσπάθεια για τη διάσωση και διάδοση
        των φυλών αυτών, καθώς και για την αναγνώρισή τους από την Διεθνή Κυνολογική Ομοσπονδία (FCI).
        Από τις 22.04.1996, έχει αναγνωρισθεί διεθνώς ο Ελληνικός Ιχνηλάτης, που συχνά παρουσιάζεται και
        σε εκθέσεις σκύλων στο εξωτερικό, προβάλλοντας παγκοσμίως την Κυνολογική δραστηριότητα της
        Χώρας μας
.      Ο αριθμός των μέχρι σήμερα καταγεγραμμένων δειγμάτων όλων των Ελληνικών Φυλών είναι αξιόλογος και
       επομένως η πλατιά εκτροφική βάση που έχει δημιουργηθεί δίνει ελπίδες ότι σύντομα θα πετύχουμε τα
       επιθυμητά αποτελέσματα.

Επίσημα αναγνωρισμένες φυλές από τον Κυνολογικό Ομιλο Ελλάδος είναι οι φυλές: Ελληνικός  
   Ιχνηλάτης, Ελληνικός Ποιμενικός, Λευκό Ελληνικό Τσοπανόσκυλο, Μολοσσός της Ηπείρου,  
   Κρητικός Λαγωνικός, Κοκόνι.
   Μη αναγνωρισμένοι τύποι είναι η Αλωπεκίς, ο Λαγωνικός της Ρόδου, ο Τρίχρωμος Ελληνικός
   Ιχνηλάτης,   ο Λαγωνικός Καρπάθου, και το Βενετάκι η Μορόπα (μικρόσωμη ποικιλία του Κρητικού
   Λαγωνικού).
   Τον 20ο αιώνα ομάδες όπως οι πρωτόγονοι Ιχνηλάτες και οι Λαγωνικοί οπτικού εντοπισμού
   θηραμάτων (τύποι greyhound), δεν έτυχαν τις προσοχής που άξιζαν και σε μεγάλο βαθμό
   εξαφανίσθηκαν..  Οι Λαγωνίκες της  Θεσσαλίας (τύπος greyhound) επέζησαν μέχρι τις αρχές
   του 1900.
                Ο Λακωνικός Λαγωνικός,  πρωτόγονος Ιχνηλάτης συγγενής του Κρητικού, γνωστότατος από αρχαίες
    πηγές,  αφέθηκε στην τύχη του, αν και υπάρχουν ενδείξεις για λίγα παρακμασμένα δείγματα.
    Οι πρωτόγονοι λαγωνικοί είχαν ευρύτατη κατανομή στην νησιωτική και ηπειρωτική χώρα.
                Ψήγματά τους επιζούν ή φημολογούνται στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη,  νησιά του
    Ανατολικού Αιγαίου (Σάμος, Λέρος, Λήμνος).  Στο πρόσφατο παρελθόν ήταν γνωστοί στην
    Σαντορίνη και  την Θεσσαλία.
     Το Κρικελιώτικο Λαγόσκυλο (Κρίκελο Ευρυτανίας), θεωρητικά εξαφανισμένη φυλή, σύμφωνα με
     πρόσφατη έρευνα, ήταν πρωτόγονος Ιχνηλάτης. Πιθανόν είναι συνώνυμο ή στενά συγγενικό του
    "Τσακαλογκέκικου",  γνωστού σε Θεσσαλία και Μακεδονία.
     Ποιμενικοί συγκέντρωσης κοπαδιών, διαφορετικής μορφολογίας και τρόπου εργασίας από τον  
     Ελληνικό Ποιμενικό, όπως τα  ο Κορδολούρι της Σκύρου, το Κυρήτσι της Ρόδου, τα "Γερμανάκια"
     της Μακεδονίας, παραμένουν γνωστοί μόνο σε στενό τοπικό επίπεδο.
     Το Μαντρόσκυλο της Πελοποννήσου θεωρείται εξαφανισμένο αν και αρκετοί παραδοσιακοί
     κτηνοτρόφοι της περιοχής εξακολουθούν να εκτρέφουν διάφορους ντόπιους ποιμενικούς σκύλους.
     Τα τσοπανόσκυλα της Κρήτης, μικρότερες εκδόσεις του Ελληνικού Ποιμενικού της ηπειρωτικής
     χώρας, είναι ελάχιστα γνωστά εκτός του οροπεδίου Λασιθίου.
     Οι ιχνηλάτες Κιρτζαλή και Νάουσας έχουν αναφερθεί ως εξαφανισμένες ποικιλίες της δυτικής
     Μακεδονίας.
     Το Συριανό Πόιντερ/Δείκτης, τα Μπαράκια (ιχνηλάτες με σκληρότριχους μανδύες), και διάφοροι
     πυρήνες κίτρινων ιχνηλατών (κόκκινα), καθώς και ντόπια λαγόσκυλα της Νάξου, θεωρούνται ότι
     προέρχονται από ξένες φυλές, παρά την μακρόχρονη παρουσία τους στην Ελλάδα.
     Ευρύτατα διαδεδομένοι οικόσιτοι σκύλοι, στην ηπειρωτική και νησιωτική χώρα, με σκληρότριχους
    (Griffon)  η ελαφρώς  κατσαρούς μανδύες (Griffon-Caniche) απορρίπτονται ως παράγωγα ξένων
     φυλών. Το ίδιο ισχύει για μικρόσωμους κατοικίδιους σκύλους διαφόρων τύπων, διάσπαρτων σε
     αγροτικές περιοχές.
                 Υπάρχουν και άλλοι πληθυσμοί αυτόχθονων σκύλων για τους οποίους ελάχιστα στοιχεία είναι  
                 γνωστά.


 Ελληνικός Ποιμενικός σκύλος
Η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων, όπου αναφέρεται από αρχαίους συγγραφείς ένας περίφημος
σκύλος που χαρακτηρίζεται «Ηπειρωτικός (από την Ήπειρο) Ποιμενικός». Ο σκύλος αυτός, διατρέχοντας
την ιστορία χιλιάδων χρόνων, κατάφερε να φτάσει ως τις μέρες μας διατηρώντας σχεδόν ακέραια τα
χαρακτηριστικά του, ενώ σήμερα κινδυνεύει με εξαφάνιση, για τους εξής λόγους:
1)     Μείωση της κτηνοτροφίας. 2) Εξόντωση των άγριων ζώων και απαίτηση να πηγαίνουν τα ζώα
μόνα τους για βοσκή, 3) Προτίμηση εισαγόμενων σκύλων. 4) Άγνοια, κυρίως του αστικού πληθυσμού,
για τις μεγάλες ικανότητες φύλακα, που έχει ο Ελληνικός Ποιμενικός.
Τα χαρακτηριστικά του: Σκύλος ρωμαλέος και λιτοδίαιτος, ικανός να επιβιώνει σε δύσβατες περιοχές
με αντίξοες συνθήκες και να αντιμετωπίζει τις επιθέσεις των αγριμιών. Ισχυρή προσωπικότητα,
ανεξάρτητος, θαρραλέος, πιστός, εργατικός, με υψηλή αίσθηση καθήκοντος και προστασίας του
χώρου του. Έντονα κυριαρχικός, ικανός να παίρνει πρωτοβουλίες. Συνήθως αποτραβηγμένος,
ευαίσθητος στον έπαινο και στον ψόγο.
Εμφάνιση: Πυκνό και άφθονο τρίχωμα με διπλό μανδύα, μακρύτριχος ή μεσότριχος.
Ύψος ακρωμίου: αρσενικό 65-75 εκ. θηλυκό 60-70. Βάρος: αρσ. 40-55 κιλά. θηλ. 32-40.
Από τον K.O.E. έχουν αναγνωριστεί οι συγγενικές φυλές: Λευκός Ποιμενικός και Μολοσσός Ηπείρου.
Με τη διάσωσή του Ελληνικού Ποιμενικού ασχολούνται ο «Όμιλος Φίλων Ελληνικού Ποιμενικού»
της Λάρισας (Τηλ: 2410 922181, e-mail: info@ofep.gr Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για
να τη δείτε. -  http://www.ofep.gr/ ) και ο «Αρκτούρος» (Τηλ.: 2310 555920, http://www.arcturos.gr/ )
                Τηλ.: 210 6540814 (Νίκος Κωστάρας)




Αλογα

Αναγνωρισμένες είναι οι φυλές Σκύρου, Πίνδου, Πηνείας, Μεσσαρά Κρήτης, Ροδόπης, Ανδραβίδας και Θεσσαλίας.
Μη αναγνωρισμένες φυλές είναι το άλογο της Ρόδου,  η σπανιότερη των Ελληνικών φυλών με μόνο έξι (6) δείγματα, Μυτιλήνης-Μιντιλί, Πηλείου,  Ζακύνθου και Αίνου Κεφαλληνίας. Πιθανόν να υπάρχει τοπική ποικιλία αλόγου στην Σαμοθράκη η οποία δεν έχει ερευνηθεί.  Μη αναγνωρισμένο είναι και το Αραβάνι, πυρήνας αλόγων που εκτρέφεται στην περιοχή Σιάτιστας, με βάση αυτόχθονα άλογα διαφόρων τύπων, που έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τον πλαγιοτροχασμό (αραβάνικα).
Σε πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας υπάρχουν πληθυσμοί ελεύθερων αλόγων. Είναι κυρίως τύπου Πίνδου και αναπαράγονται χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
Παλαιές πηγές αναφέρουν την, εξαφανισμένη σήμερα, μικρόσωμη φυλή αλόγου της Αττικής.

Όνοι


Δεν υπάρχει καμία επίσημα αναγνωρισμένη φυλή. Ο αυτόχθονος Όνος έχει μελετηθεί μόνο αποσμασμα τικά.
Ο τύπος Αρκαδίας αναφέρεται από τον καθηγητή κο Αρσένο ως ο πιο αντιπροσωπευτικός της χώρας. Ο Όνος της Τήνου αναφέρθηκε ως ιδιαίτερος τύπος το 1965 από τον Εμμανουήλ Αμάση. Ανεπιβεβαίωτος τύπος έχει αναφερθεί στη Λύμνο, ενώ ιδιαίτερα μικρόσωμοι θεωρούνται οι Όνοι της Σκύρου και  ελάχιστα δείγματα (ιδιαίτερη φυλή;) που ανιχνεύθηκαν στο χωριό Περδικάκι Αιτωλοακρανανίας.
Ο Όνος της Αλφειούσας, (περιοχή ποταμού Αλφειού, Πελοπόννησος), αναφέρθηκε από τοπικές πηγές ως ιδιαίτερα μεγαλόσωμος, με πεπλατυσμένη ουρά και μεγαλύτερες οπλές, αποτέλεσμα της προσαρμογής του σε παραποτάμιο περιβάλλον. Σήμερα θεωρείται εξαφανισμένος.

Χοίροι

Ο Μαύρος Ελληνικός Χοίρος είναι η μόνη ευρέως γνωστή φυλή που αποτέλεσε αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Εκτός του μαύρου κυρίαρχου χρωματισμού υπάρχουν καφέ-κόκκινα και λευκά-μαύρα δείγματα. Ο αριθμός του είναι χαμηλός με πρόσφατα αυξητική τάση. Συναντάται σε διάφορες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, Θεσσαλίας και Πελοποννήσου. Εμφανίζεται σε δύο μεγέθη (μεγάλο και μικρό) ανάλογα με την τοπογραφία. Στη περιοχή Ηλείας, υπάρχει χωρίς πλήρη επιβεβαίωση, παραλλαγή με ιδιαίτερα βραχύτερο ρύγχος.
Ο Χοίρος της Καρδίτσας έχει αναφερθεί ως αυτόχθονη φυλή στο χείλος της εξαφάνισης. Το  1997 υπήρχαν μόνο 200 δείγματα. Η τύχη του σήμερα αγνοείται.
Ανεπιβεβαίωτη φυλή χοίρων υπάρχει στην περιοχή Πιερρίων Ορέων.
Στις Κυκλάδες ιδιαίτεροι τύποι χοίρων, πιθανόν ασιατικής προέλευσης υπήρχαν στην Σύρο, Μύκονο και Κέα (Τζιώτικο γουρούνι). Σήμερα θεωρούνται εξαφανισμένοι. Πιθανόν παρόμοιος τύπος επιβιώνει σε μικρούς αριθμούς στην Κρήτη.
Χοίροι ελεύθερης βοσκής απροσδιορίστου τύπου και προέλευσης έχουν καταγραφεί στην Κάσσο και Φολέγανδρο.
Εξαφανισμένα "ντόπια γουρούνια" απροσδιορίστου τύπου, αναφέρονται από την Ικαρία.
Στην Ρόδο οι Ιταλικές αρχές,  προ του 1940, είχαν καταγράψει δύο αυτόχθονους τύπους οι οποίοι σήμερα θεωρούνται εξαφανισμένοι.

Περιστέρια
Περιστέρια εκτρέφονται στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Δεν υπάρχει καμία επίσημα αναγνωρισμένη φυλή.
Οι Βούτες, τα Ντουνέκια και τα Παπαγαλάκια είναι γνωστές σύγχρονες ντόπιες φυλές. Οι  Βούτες και τα Ντουνέκια εκτρέφονται με βάση τον ιδιαίτερο τρόπο που πετούν. Τα Παπαγαλάκια είναι μικρά περιστέρια με πολύ κοντά ράμφη και οι ποικιλίες τους διαχωρίζονται βάση χρώματος και μεγέθους.
Τα Ελληνικά περιστέρια έχουν ερευνηθεί ελάχιστα. Πληροφορίες από την Πάρο αναφέρουν δύο τοπικές ποικιλίες που εκτρέφονται αποκλειστικά από μία οικογένεια. Η μία είναι σχετικά μικρόσωμη ενώ η άλλη μεγαλόσωμη (τύπος κρεατοπαραγωγής/εδώδιμος).
Πιθανόν να υπάρχουν και άλλες μη καταγεγραμμένες ποικιλίες η κάποιες που εξαφανίσθηκαν.

Γαλοπούλες
Δεν υπάρχει καμία επίσημα αναγνωρισμένη  φυλή.
Οι ντόπιες γαλοπούλες ελεύθερης βοσκής δεν έχουν μελετηθεί ποτέ. Είναι πολύ μικρότερες (2-3 κιλά) από αυτές εντατικής εκτροφής, διατηρούν την ικανότητα να πετούν ψηλά, να κουρνιάζουν σε δένδρα ενώ συνήθως είναι γκρίζες σε αντίθεση με τις μαύρες εισαγόμενες.
Σήμερα θεωρούνται σχεδόν εξαφανισμένες ενώ παλαιότερα ήταν ευρύτερα διαδεδομένες. Ο αριθμός τους μειώθηκε δραστικά λόγω της αντικατάστασής τους από ξένες φυλές. Πληροφορίες αναφέρουν ότι μικρές ομάδες εξακολουθούν να εκτρέφονται στην Ηλεία, Θεσσαλία, Φολέγανδρο, Ζάκυνθο, Λαμία, Αιτωλοακαρνανία (Ν. Χαλκιόπουλο).
Σε χωριά της περιοχής Τρικάλων εκτρέφεται ακόμα, σε κάποιους αριθμούς, τοπική ποικιλία βαθύτερου γκρίζου χρωματ ισμού η οποία θα μπορούσε να διασωθεί και να αποτελέσει ξεχωριστή φυλή.
Μικροί πυρήνες από λευκές και κοκκινωπές ντόπιες (καθώς και γκρίζες) γαλοπούλες εκτρέφονται στο χωριό Αγία Παρασκευή της Λέσβου.
Πιθανόν υπάρχουν και άλλοι πυρήνες που δεν έχουν καταγραφεί.

Γάτες
Η Γάτα του Αιγαίου είναι η μόνη αναγνωρισμένη φυλή από τον Ελληνικό Όμιλο Γάτας. Ανεπιβεβαίωτοι τύποι αναφέρονται από τους Παξούς, την Ικαρία, τη νότια Εύβοια.

Κουνέλια
Ο μόνος γνωστός τύπος είναι το ντόπιο Ελληνικό κουνέλι. Παρότι εκτρέφεται για πολλά χρόνια και είναι γνωστό στους ειδικούς, δεν αποτελεί αναγνωρισμένη φυλή και δεν μελετήθηκε ποτέ. Είναι γκρίζου χρώματος και όχι ιδιαίτερα μεγαλόσωμο. Παλαιότερα ήταν περισσότερο διαδεδομένο αλλά εκτρέφεται ακόμα σποραδικά. Στην περιοχή Τριχωνίδας εντοπίσθηκε ιδιοκτήτης που εκτρέφει καθαρόαιμα ντόπια κουνέλια επί πέντε δεκαετίες.






Οι κτηνοτρόφοι εγκαταλείπουν τα ελληνικά κτηνοτροφικά ζώα

Με εξαφάνιση απειλούνται συνολικά 16 διαφορετικές φυλές βοοειδών, αιγοπροβάτων και χοίρων, εξαιτίας της χαμηλής παραγωγικότητάς τους σε κρέας και γάλα.
"Τα ελληνικά κτηνοτροφικά ζώα είναι ανθεκτικά και δεν έχουν ανάγκη από μεγάλες ποσότητες τροφής.


Για τη διατήρηση των αυτοχθόνων ελληνικών φυλών, τα Κέντρα Γενετικής Βελτίωσης Ζώων έχουν ειδικά προγράμματα διατήρησης του γενετικού υλικού τους.
 "Υπάρχουν παραδοσιακά ζώα, όπως είναι το σαρακατσάνικο πρόβατο ή η βραχυκερατική αγελάδα, που πλέον δεν προτιμώνται από τους κτηνοτρόφους.



Έχουν δημιουργηθεί τράπεζες σπέρματος και συγκεκριμένα προγράμματα διατήρησης του γενετικού υλικού αυτών των ζώων, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς της Ελλάδας.




Από 19 Μαρτίου οι αιτήσεις για τις αυτόχθονες φυλές αγροτικών ζώων


Με σκοπό να διατηρηθούν οι απειλούμενες από εγκατάλειψη αυτόχθονες φυλές αγροτικών ζώων το ΥπΑΑΤ καλεί τους ενδιαφερόμενους, που θέλουν να συμμετάσχουν στη δράση 3.1 «Διατήρηση απειλούμενων αυτόχθονων φυλών αγροτικών ζώων» του μέτρου 2.1.4 «Γεωργοπεριβαλλοντικές Ενισχύσεις» του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ) 2007-2013, να καταθέσουν τις αιτήσεις τους από 19/03/2012 έως 04/05/2012

Στόχος της δράσης είναι η οικονομική στήριξη των αγροτών, προκειμένου να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν τον αριθμό των απειλούμενων από εγκατάλειψη αυτόχθονων φυλών αγροτικών ζώων με σκοπό:


• τη διατήρηση της βιοποικιλότητας των αυτόχθονων αγροτικών ζώων που κινδυνεύουν από εξαφάνιση
• τη διατήρηση των παραδοσιακών εκτατικών συστημάτων εκτροφής.
Η συγκεκριμένη δράση 3.1 συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης – Ε.Γ.Τ.Α.Α.) και το Ελληνικό Δημόσιο.


Οι ενδιαφερόμενοι – υποψήφιοι δικαιούχοι αφού λάβουν γνώση των όρων και προϋποθέσεων για ένταξη στη δράση 3.1 «Διατήρηση απειλούμενων αυτόχθονων φυλών αγροτικών ζώων» του μέτρου 2.1.4, υποβάλλουν στους παρακάτω φορείς:
Δ/νση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ) της οικείας Περιφερειακής Ενότητας ή στη Δ/νση Αγροτιικής Οικονομίας (ΔΑΟ) της αιρετής Περιφέρειας κατά περίπτωση ή στα κατά τόπους Κέντρα Ελέγχου & Πιστοποίησης Πολλαπλασιαστικού Υλικού & Ελέγχου Λιπασμάτων (ΚΕΠΠΥΕΛ) ή στις κατά τόπους Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών (Ε.Α.Σ.), αίτηση ενίσχυσης , πλήρως συμπληρωμένη.
Οι αιτούντες μετά την κατάθεση της αίτησης ενίσχυσης λαμβάνουν ηλεκτρονικό πρωτόκολλο από το μηχανογραφικό σύστημα.

Η κάθε αίτηση ενίσχυσης υποβάλλεται σε έναν μόνο φορέα, ανεξάρτητα αν η εκμετάλλευση βρίσκεται σε περισσότερες από μία περιφερειακές ενότητες. Στην τελευταία περίπτωση, η αίτηση ενίσχυσης υποβάλλεται στον τόπο υποβολής της Αίτησης Ενιαίας Ενίσχυσης (ΑΕΕ).

Οι αιτήσεις ενίσχυσης που υποβάλλονται στα οικεία ΚΕΠΠΥΕΛ και στις οικείες Ε.Α.Σ, μετά και την καταχώρησή τους στο μηχανογραφικό σύστημα, διαβιβάζονται εντός 10 εργασίμων ημερών από την κατάθεσή τους, στις αρμόδιες Δ/νσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ) της Περιφερειακής Ενότητας με ευθύνη των ΚΕΠΠΥΕΛ ή των Ε.Α.Σ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου